σάλπιγγα

η
γεν. πληθ. -ίγγων
1. πνευστό μουσικό όργανο: Ήχος σάλπιγγας.
2. «ευσταχιανή σάλπιγγα», σωλήνας που συνδέει το μέσο αυτί με το φάρυγγα.
3. πληθ. σάλπιγγες, οι ωαγωγοί της μήτρας.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σάλπιγγα — Χάλκινο πνευστό όργανο. Ήταν γνωστό με στοιχειώδη μορφή από τους αρχαίους χρόνους, που το χρησιμοποιούσαν σε δημόσιες θρησκευτικές ή πολιτικές τελετές καθώς και στις πολεμικές επιχειρήσεις. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Εξόδου, οι Εβραίοι, το… …   Dictionary of Greek

  • σάλπιγγα — [салпинга] ουσ. Θ. труба горн …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σάλπιγγα — σάλπιγξ saupe fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσταχιανή σάλπιγγα — Σωλήνας, ο οποίος συνδέει το μέσον ους με τον λάρυγγα. Η σύνδεση αυτή εξυπηρετεί έναν ιδιαίτερο σκοπό. Επειδή ακριβώς το τύμπανο κλείνει ερμητικά όλο τον ακουστικό σωλήνα, θα πρέπει να υπάρχει εξισορρόπηση των πιέσεων που ασκούνται από την… …   Dictionary of Greek

  • ακουστική σάλπιγγα — Βλ. λ. ευσταχιανή σάλπιγγα …   Dictionary of Greek

  • σάλπισμα — το, ΝΑ [σαλπίζω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σαλπίζω, το να σαλπίζει κανείς, να παράγει ήχο ή να παίζει ένα μουσικό κομμάτι με την σάλπιγγα 2. ήχος που παράγεται, που βγαίνει από την σάλπιγγα 3. το παράγγελμα που δίνεται με την σάλπιγγα… …   Dictionary of Greek

  • σαλπίζω — ΝΜΑ, και αττ. τ. σαλπίττω και βοιωτ. τ. σαλπίδδω και στους Ταραντίνους σαλπίσσω Α 1. παίζω την σάλπιγγα, ηχώ με την σάλπιγγα 2. σημαίνω παράγγελμα με την σάλπιγγα (α. «και να σαλπίζει η σάλπιγγα πολεμιστήριον ήχο», Παλαμ. β. «ἐσάλπισε τὸ...… …   Dictionary of Greek

  • τρόμπα — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαίας προέλευσης, το οποίο για μεγάλο διάστημα χρησιμοποιήθηκε μόνο για στρατιωτικά σαλπίσματα. Οι αρχαίες τ., κυρίως από ορείχαλκο και ασήμι, είχαν διάφορες μορφές και ονομασίες: π.χ. τούμπα (σάλπιγγα), ένας ίσιος και… …   Dictionary of Greek

  • σαλπιγγικός — ή, ό, Ν [σάλπιγγα] 1. (ανατ. ιατρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ευσταχιανή σάλπιγγα ή στις σάλπιγγες τής μήτρας τής γυναίκας 2. φρ. «σαλπιγγική εγκυμοσύνη» ιατρ. έκτοπη κύηση κατά την οποία το κύημα είναι εμφυτευμένο σε μία από τις… …   Dictionary of Greek

  • σαλπιγγοστομία — η, Ν ιατρ. πλαστική εγχείρηση για τη δημιουργία τεχνητού στομίου σε σάλπιγγα τής μήτρας, προς την ωοθήκη, η οποία γίνεται σε περιπτώσεις αναγκαστικής αφαίρεσης τμήματος τής σάλπιγγας και αποσκοπεί στην αποφυγή τής στείρωσης τής γυναίκας. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.